ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

902 TV ONLINE

902 TV ONLINE
ONLINE

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Φώτης Αγγουλές: ''Αυτούς εγώ που τραγουδώ...''





Ποιός ηταν ο Φώτης Αγγουλές

Ο Φώτης Αγγουλές ήταν λαϊκός ποιητής με πηγαίο ταλέντο.Οργανωμένος στην Αντιφασιστική
Οργάνωση  Ναυτικού (ΑΟΝ), γνώρισε διώξεις, φυλακές, στρατόπεδα, εξορίες, τόσο απ' τους 
Αγγλους όσο και από  τις ελληνικές κυβερνήσεις, εξαιτίας της ένταξής του στο ΚΚΕ.
 Αποφυλακίστηκε με την υγεία κλονισμένη.
 Πέθανε στο πλοίο της γραμμής Πειραιάς-Χίος έχοντας στην τσέπη του είκοσι δραχμές.


Ενα λεπτομερες βιογραφικο του, μπορειτε να διαβαστε πιο κατω....


"Καίγονται" (ποιημα του Φωτη Αγγουλέ)

Αυτούς εγώ που τραγουδώ, δεν έχουνε φτερά.
Δεν τους μεθά καμιά φυγή, δεν τους τραβούν τ’ αστέρια,
έχουνε μια ζεστή καρδιά, δυο ροζιασμένα χέρια,
κι είναι δεμένοι με τη γη.

Απ’ της αυγής το χάραγμα, ως του βραδιού τα θάμπη,
μοχθούν για δυο πικρές ελιές, και μια μπουκιά ψωμί,
ιδρώνουν κι απ’ τον ίδρω τους ανθοβολούνε οι κάμποι,
καίγονται κι απ’ τις φλόγες τους φωτίζεται η ζωή.
  
(Απαγγέλει η Νάγια.


Σημ. Με την ευκαιρια ευχαριστουμε πολυ το φιλο, Ακαλεστο, που μας το εστειλε...




Φωτης Αγγουλές -  ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ –αρχαία Κρήνη- στα παράλια της Μικράς Ασίας
 απέναντι ακριβώς στη Χιο. Ο πατέρας του λέγονταν Σιδερής Χονδρουδάκης κι
 ήτανε ψαρομανάβης. Το «Αγγουλές» το πήρε από παρατσούκλι. Η μάνα του 
λέγονταν Γαρουφαλιά. Είχε τρεις αδερφές κι ο Φώτης ήταν το στερνοπαίδι.
Στον πρώτο πόλεμο 1914-18 πού έγινε κι ο πρώτος διωγμός των χριστιανών
 της Μικράς Ασίας, ο πατέρας του φόρτωσε μια νύχτα την οικογένεια 
του σε καΐκι και την πέρασε απέναντι στη Χιο, για να τη σώσει απ' τη σφαγή.
Τον πρώτο καιρό τούς στεγάσανε σε σχολεία, σε αποθήκες, σε χαλάσματα.
 Τε­λικά τους εγκατέστησαν στο παλιό Κάστρο.

Στο σχολείο πήγε μέχρι τη δεύτερη τάξη του 
Δημοτικού, χωρίς κι αυτή να την τελειώσει. 
Τα γράμματα τάπαιρνε,  ήτανε όμως πολύ ζωηρός
 και μια μέρα πήδηξε απ' το παράθυρο της τάξης 
του και πια δεν ξαναγύρισε.
Στα 14 του χρόνια διάβασε για πρώτη φορά ένα 
ποίημα κι ενθουσιάστηκε. Από τότε σκάλιζε
 χαρτιά και παιδευόταν να ταιριάζει στίχους.
 Στα 15 πήγε μαθητευόμενος παραγιός σε 
τυπογραφείο που τυπωνόταν η το­πική   εφημερίδα
   «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
Σε λίγα χρόνια έμαθε την τέχνη, γνωρίστηκε και 
με νέους διανοούμενους κι έβγαλαν το εβδομαδιαίο 
περιοδικό «ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΑΣ»  αλλά σε λίγο καιρό
 τόκλεισαν.
Παλικαράκι πια δημοσίευσε στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» μια τσουχτερή σάτιρα 
 για τον Μουσολίνι. Τον τραβάνε στα δικαστήρια, τελικά αθωώνεται, αλλά από 
τότε χαρακτηρίζεται σαν αριστερός.
Μη μπορώντας ν' αντέξει την κατοχή φεύγει για την Μ. Ανατολή. Περνά μια 
νύχτα τον Αύγουστο του 1941 με μια βάρκα απέναντι στον Τσεσμέ κι από
 κει στη Σμύρνη και στοιβαγμένοι με πολλούς άλλους πάνω σε βαγόνια φτάνουνε
 στο Χαλέπι της Συρίας μετά Χάιφα-Παλαιστίνη.
Ό Αγγουλές κατατάχτηκε στον Ελληνικό στρατό της Μ. Ανατολής κι απέκτη­σε
 — όπως λέγαν — την ειδικότητα του στρατιώτη ποιητή. Αρχές του 1942 
αποσπάστηκε στην Ιερουσαλήμ στο τυπογραφείο του Πα­τριαρχείου 
πού τύπωναν το στρατιωτικό περιοδικό «ΕΛΛΑΣ».
Στα 1942 μετατέθηκε στο Κάιρο και εκει γνωρίστηκε με τον Σεφέρη 
που ήταν προϊστάμενος στο κυβερνητικό γραφείο τύπου. Εκεί παντρεύτηκε
 μια Αιγυπτιώτισσα ελληνίδα και δημοκράτισσα δασκάλα των Γαλλικών πού 
λέγονταν Έλλη Κυ-ριαζή κι ήταν απ' το Πήλιο η καταγωγή της. Διατηρούσε
 μπαρ πού σύχναζαν πολ­λοί έλληνες. Ζήσανε μαζί 4-5 μήνες.


Τον Αύγουστο του 1944 οι Άγγλοι τον πήγαν εξορία στην Ασμάρα, μετά
 φυ­λακή και απομόνωση στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο κι αργότερα στο 
Ντεκαμερέ.  Εκεί αρρώστησε και τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο του Μαϊχαμπάρ
  από κει σαν άρρωστος απολύθηκε. Μετά από διαδρομή άνω Αίγυπτο-Αλεξάνδρεια
 έφτασε στην Αθήνα και σε λίγες μέρες έφτασε στη Χιο. Και στη Χίο άμα γύρισε ο
 Φώτης είχε αρχίσει ο ύπουλος, έπειτα επίσημος διω­γμός των αριστερών. Στη θέση
 της η χωροφυλακή ορκισμένη απ' τόν καιρό της κα­τοχής, στα πόστα τους μοναρχικοί,
 μεταξικοί, ως και συνεργάτες των Γερμανών, τώρα συνεργάτες των Άγγλων.


Έπειτα δεν άργησε, την είδαμε πώς φούντωσε σ' όλη την Ελλάδα η δεξιά
 τρο­μοκρατία, πώς συγκροτήθηκε πάλι αντίσταση στα βουνά, παλιοί και νέοι 
καπετα­ναίοι και αντάρτες — εμφύλιος πόλεμος. Και στις πολιτείες σκληρός
 ο παράνομος αγώνας συλλήψεις, δίκες, εκτελέσεις, εξορίες, οι φυλακές δε χωρούνε,
 ανοίξανε κι άλλες, ανοίξανε στρατόπεδα για ξεφτελισμό και βασανισμό κομμουνιστών
 και πα­τριωτών Γιούρα, Μακρόνησο. Οι Άγγλοι σύμβουλοι επιστατούνε και διδάσκουνε.

Η μνήμη πληγώνεται όποτε αναπολεί τη φριχτή εποχή, αναζητά την καθαρή σειρά της
 προδοσίας του Ελληνικού λαού μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο, πώς πλή­ρωσε το πρώτο
 μεταπολεμικό αντικομμουνιστικό πείραμα των Άγγλων και Αμε­ρικάνων, συνεχίζεται ακόμη.
 Τα 2 μεγάλα νησιά Σάμο, Μυτιλήνη μέ τό προζύμι του πρώτου βγάλανε και δεύτερο
 αντάρτικο, το πληρώσανε ακριβά. Κι η άβγαλτη Χίος πλήρωσε ακριβά τους ογδόντα 
πρωτόπειρους πρωτοπόρους της.
Το 1948 μέσα στις καθημερινές αγωνίες, συλλήψεις και καταδίκες μάθαμε πως είχε 
πιαστεί ο Φώτης, ήτανε κλεισμένοι μ' έναν φίλο του, Μιχάλη Βατάκη, σε μια στέρνα, 
φουντάνα, στο χωριό Βροντάδο και τυπώνανε παράνομη εφημερίδα. Τους είχε σωθεί
 το παξιμάδι κι οι ελιές τους, ένα καλαθάκι, καθώς και τ' οξυγόνο δεν άναβε πια το 
φαναράκι τους — έπεσε άραγε ρουφιανιά, άραγε ξετρυπώσανε καμιά νύχτα σα 
μαμούνια να πάρουν αέρα και τους είδε κανένα μάτι, δεν μάθαμε ποτές. 


Τους κατεβάσανε στη Χώρα και τους πομπέψανε δεμένους, ο κόσμος περίφοβος 
αλλά και κανένας δεν τους πρόσβαλε. Τους σηκώσανε ύστερα όλους μαζί απ'  τη 
Χίο, είπανε πώς τους πήγανε στα Γιούρα και κείνος πως βρίσκεται στη Σύρα στο 
Νοσο­κομείο. 

Τότε για μας κάθε μετακίνηση ήταν πολύ δύσκολη, όμως πήγε στη Σύρα μια 
ηλικιωμένη και ψυχωμένη αλληλεγγίτισσα, η κυρά Αντωνία, του συνοικισμού
 Ζωγράφου. Της είχε πεθάνει μια μοναχοκόρη αντάρτισσα, ο μοναχογιός της στη
 Μα­κρόνησο, αλλά η καρδιά της βουνό, πήγε τον είδε και μας έφερε νέα του.
Έπειτα μάθαμε πως η δίκη θα γίνει στην Αθήνα, πως κινδυνεύει να δικαστεί σε θάνατο.
 Τρέξαμε όπου είχαμε γνωριμίες, ελπίδες, τα γνωστά. Είχαν ενδιαφερθεί και αρκετοί
 Χιώτες, είχε πολλές συμπάθειες. Δικάστηκε 12 χρόνια ειρκτή.
Δε θυμάμαι χρονολογικά τις μεταγωγές του από φυλακή σε φυλακή, τις πέρασε
 όλες. Στο Ναύπλιο συζητήθηκε η αναθεώρηση του αλλά δεν πήγε ο δικηγόρος και
 φίλος του.
Στα Βούρλα τον είδα επισκεπτήριο πρώτη φορά, έπειτα στην Κόρινθο, πιο ήμε­ρη 
φυλακή μας φάνηκε. Με τους σεισμούς του '53 βρέθηκε στην Κεφαλονιά. Πολλοί
 φύλακες πετάξανε τα κλειδιά, τρέχανε, βγάζανε τους κρατούμενους λοιπόν σε 
μια πλατεία, οι πολιτικοί αναλάβανε, ορίσανε υπεύθυνους για φρούρηση, σχηματίσανε
 τετράγωνο. Έλεγε ο Φώτης πως ή γης βούιζε κάθε τόσο και τάραζε σα θάλασσα, 
κάτι περίψηλα πεύκα τα πετούσε όξω, φαίνουνταν οι ρίζες τους, οι κορφές τους 
ακουμπούσαν χάμω και πάλι ορθοποδίζανε. Οι άνθρωποι πέφτανε, βαστιούντανε
 χέρι-χέρι, μερικοί ξερνούσανε, η σκόνη τύφλωνε. Διαδόθηκε τότε με τη θεομηνία
 ότι κάποιο μέτρο θ' ακουστεί ευεργετικό, ελπίζαμε αλλά τίποτα δεν έγινε, τους 
μεταφέρανε στην Κρήτη, στην Αλικαρνασσό.
Το '54 τον φέρανε στον Άγιο Παυλο για εγχείρηση του στομαχιού, δεν μπορούσε
 πια να φάει καθόλου. Μιλήσαμε από κοντά-κοντά στο κρεβάτι του, η διάθεση 
του καλή κι εδώ «...θα φάω πάλι χταπόδι...» και κουνούσε το λεπτό, λεπτό 
του χέρι με τεντωμένα τα μαυριδερά του δάκτυλα σα να το παράγγελνε.
  Αποφυλακίστηκε το '56, απ' την Κέρκυρα, είχε συμπληρώσει τα 2/3 της ποι­νής
 του. Έμεινε πάλι στην Αθήνα μερικές μέρες και πήγε στη Χίο.
Πάλι εκεί τον παρακολουθούσε η Ασφάλεια, τον καλούσαν κάθε μέρα, τον φο­βέριζαν,
 φοβέριζαν τους συγγενείς του και όποιον τον πλησίαζε. Για να υπογράψει δήλωση. 
Αυτός κάθε μέρα μπροστά τους ατάραχος, το στόμα του κλειστό χωρίς κα­θόλου 
να το σφίξει, άφωνος. Μάλιστα όταν θόλωσε ο νους του, φέρανε στην Κλινική να
 υπογράψει ένα χαρτί του ΙΚΑ, τόσο είχε συνήθειο τη βουβή άρνηση, ούτε άπλωσε
 το χέρι να το διαβάσει, μας κοίταζε και χαμογελούσε κάπως πονηρά, δηλαδή
 «δε θα με ξεγελάσετε ούτε σεις...», χρειάστηκε μεγάλη διαδικασία για να το
 υπογράψει μια αδελφή του.
Πολύ τον στενοχωρούσε πως ταλαιπωρούσε κι άλλους άθελα, ίσα-ίσα 
καλη­μέριζε τη γειτονιά και τραβούσε. Είχε στέκι στο λιμάνι, σε κάτι 
πολύ φτωχικά τα­βερνάκια, τα περιφρονούσαν κι οι χαφιέδες.
'Εκεί περιζήτητος, τον κερνούσανε, του δίνανε καμιά φορά ψάρι «νά το μεταπουλήσει»,
 γιά χαρτζηλίκι και πάλι το χαρτζηλίκι τούτο έπεφτε στο ρεφενέ για ρακί. Του άρεσε
 πάντα το πιοτό, τελικά δεν είχε άλλη απόλαυση.
Μερικοί παλιοί φίλοι τον υποστηρίξανε, τον πήρε στο τυπογραφείο του ο εκδό­της της 
εφημερίδας «Χιακός λαός» έτσι και βρέθηκε με περίθαλψη του ΙΚΑ όταν αρρώστησε.
 Τύπωσε σιγά-σιγά εκεί με τα χέρια του τη συλλογή «Πορεία στη νύχτα», δική του 
από παλιά ποιήματα καί νέα.
Καλοκαίρι του '63 τον φέρανε σε κλινική στα Μελίσσια, είχε πάθει μολυβδίαση, 
την ασθένεια των τυπογράφων. Αλλά και το μυαλό του είχε πάθει. Δεν έβγαλε 
μιλιά όταν με είδε, αν γνώριζε αν δε γνώριζε δεν κατάλαβα, το μάτι του όμως 
μας παρα­κολουθούσε, θαρρείς μας έκρινε. Μια στιγμή σηκώθηκε, πήγε ως
 το παράθυρο, ίδια ή περπατησιά του πηδηχτή σαν έτοιμος για χορό. το κεφάλι
 του τώρα κάτασπρο. Με τη φροντίδα της ΕΔΑ μπήκε σ' άλλη κλινική ψυχιατρική 
στο Ελληνικό, εκεί τον περιποιηθήκανε πολύ γιατροί και νοσοκόμοι, μετά 4 μήνες 
έτρωγε, μιλούσε ομαλά

Όσον καιρό ήτανε άρρωστος καθισμένη  δίπλα του μια αδελφή του, αφήνανε τα
 σπίτια τους, σύμφωνοι κι οί άντρες και τά παιδιά τους, χάρη του Φώτη,
 άμετρη, ασυζήτητη αφοσίωση, ανατολίτικη.
 Έλεγε κάποτε ο ίδιος πως αν ο ένας του  σπιτιού δεν είχε ύπνο κι οι άλλοι
 αγρυπνούσανε  «για συντροφιά...».
Δεν του 'λειψε στην πατρίδα, στην προσφυγιά  ποτές δα η γυναικεία παρουσία, 
κοπέλες πρόθυμες, απλές και γραμματιζούμενες λαχταρούσανε 
την παρουσία του, τον φροντίζανε, τον καμαρώνανε, ζηλεύανε, καρδιοχτυπούσανε,
 χωρίς και πολλές ελπίδες.
 Από μέρους του η ανταπόκριση εγκάρδια και άστατη. Ούτε και της γυναί­κας
 του δε δώσανε άδεια να έρθει απ' την Αίγυπτο, σε κανένα χρόνο πήραν
 διαζύγιο.
Λοιπόν στο θάλαμο, γύρω απ' το κρεβάτι του όπως στη σκηνή του, στο κελί, 
πάντα μεγάλη σύναξη και συζήτηση, άδικα μαλώνουν οι γιατροί πώς του 
χρειάζε­ται ησυχία. Πάνω στο συνήθειο αυτό μια φορά του ξέφυγε
 «... σε τρώνε ζωντανό... φαίνεται είμαστε για φάωμα...»
Ήρθε μετά 5-6 μήνες πάλι στην κλινική για παρακολούθηση,
του βγάλανε και τη σύνταξη απ’ το σωματείο των τυπογράφων.
 Του προσκολλήθηκε τότε μιαν άρρω­στη και τάχα γιατρεμένη,
τάχα γιατρεμένος κι αυτός, της έδωσε λόγο πως θα την πάρει 
στη Χίο και θα την παντρευτεί. Όμως ανάμεσα κωμωδία και μαρτύριο, 
μπήκε στη μέση ο θάνατος. Για να την παραλάβει λένε πως έκανε το 
τελευταίο του ταξίδι.
Μας τηλεφωνήσανε ένα πρωί ότι βρέθηκε νεκρός στο «Κολοκοτρώνη» με το 
δρομολόγιο από Χίο προς Πειραιά, τη νύχτα 26 προς 27 Μαρτίου 1964, στο
διά­δρομο  της τουριστικής.


Η νεκροψία έδειξε πνευμονικό οίδημα. Συμφωνήσαμε πώς έπρεπε να 
ταφεί στη Χίο, αυτό θα ήθελε και κείνος. Ταριχεύτηκε λοιπόν μέ φροντίδα της
 ΕΔΑ και στις 30 Μαρτίου τον συνοδέψαμε απ' το Νεκροταφείο στο πλοίο. 
Το φέρετρό του στ' αμπάρι καταστολισμένο — πάλι αμπάρι σού έμελλε
 — τον χειροκροτήσανε οι φίλοι στην προβλήτα όπως είναι το έθιμο 
και τον συνοδέψανε τέσσερις αποσταλμένοι.
Στη Χίο φτάσαμε χαράματα, οι 3 αδελφές του περιμένανε μαυροντυμένες,
 κι άλλοι δικοί του, τοποθετήθηκε το φέρετρο στη Μητρόπολη, όλο το δρόμο μια
 θρη­νωδία σιγανή. Ως το μεσημέρι περνούσε ό κόσμος αδιάκοπα, μερικοί απλοί
 φίλοι του σκύβουνε και του μιλούνε δακρυσμένα «... ήσουνα καλά πού ήφυες...»,
 «...οχ να μη βρεθεί κανείς μας εκεί...».
Η κηδεία επίσημη, μ' έξοδα του Δήμου και μουσική. Μερικοί παραπονέθηκαν 
— γιατί να μην κάνουνε αυτοί τα έξοδα, λέγανε «... είμαστε φίλοι...», χτυπούσαν
 το στήθος τους, δείχναν την καρδιά τους, θλίψη αντρίκια ομηρική. Άλλοι λέγανε 
πώς αν είχε ο Φώτης τα μισά λεφτά που πήγανε στο ξόδι του θα περνούσε πλούσια
 ένα χρόνο. Στο τέλος μερικοί κοντινοί αρπάξανε το φέρετρο στα χέρια και τον 
κατεβάσανε στον τάφο. Η άνοιξη κι ο ήλιος της λάμπρυνε τα σωριασμένα 
στέφανα και τα σκυμμένα κεφάλια εκεινών που μείνανε πίσω δε φεύγανε.

(Από το βιβλίο της Έλλης Παπαδημητρίου «Φώτης Αγγουλές», Κέδρος 1975).



Αλλάξτε τη μοίρα σας – (ποιημα Φ. Αγγουλέ)

Αβουλος μη σταθείς στιγμή μπρος στης ζωής
τη στράτα
κι είν’ όμορφα τα γηρατειά κι είναι γλυκά τα νιάτα.
Χιλιόγλωσση είν’ η προσευχή κι έχει απ’ τα χρόνια πια γεράσει
κι όμως ως του θεού τ’ αφτιά ποτέ δεν έχει φτάσει.

Τίποτα – Τίποτα καλό σε σας δεν έχουν δώσει
όσοι σοφοί κι αν πέρασαν και παντογνώστες και μεγάλοι.
Ποιον περιμένετε ναρθεί; Ποιον καρτερείτε να σας σώσει;

Εσεις οι ίδιοι με τα χέρια σας
με το μυαλό σας, με την πράξη,
αν δεν αλλάξετε τη μοίρα σας,
ποτέ της δεν θ’ αλλάξει.





γκλόμπινγ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου